ρουχισμός

ο, Ν
το σύνολο τών ρούχων, τών ενδυμάτων, ο ιματισμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρούχο < -ισμός*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρουχισμός — ο ο ιματισμός: Για χρόνια δε θα χρειαζότανρουχισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βεστιάριο — το (Μ βεστιάριον) 1. το σύνολο των ενδυμάτων, ο απαραίτητος ρουχισμός 2. ιματιοθήκη, έπιπλο ή χώρος όπου φυλάσσονται ενδύματα νεοελλ. 1. το σύνολο των ενδυμάτων που διαθέτει ηθοποιός ή θεατρικός επιχειρηματίας 2. ο χώρος του θεάτρου όπου αφήνουν… …   Dictionary of Greek

  • δαντέλα — Λεπτότατο διαφανές πλέγμα από λινή, βαμβακερή, μεταξωτή ή χρυσή κλωστή. Σήμερα κατασκευάζονται δ. και από συνθετικές ίνες, νάιλον κλπ. Η λέξη δ. προέρχεται από το γαλλικό dentelle (με ετυμολογία από τη λέξη dent που σημαίνει δόντι) και… …   Dictionary of Greek

  • εντυμασία — και (ε)ντυμασ(ι)ά, η (Μ ἐντυμασία και (ἐ)ντυμασ(ι)ά) ενδυμασία, φορεσιά, ρουχισμός («μα να μού δώσει εντυμασιά γη να μέ καλικώσει» ή να μέ παπουτσώσει, να μού φορέσει υποδήματα, Φορτουνάτος) …   Dictionary of Greek

  • ιματισμός — ο (ΑΜ ἱματισμός) [ιματίζω] καθετί που χρησιμεύει για να ντύνεται ο άνθρωπος, ο ρουχισμός νεοελλ. στρ. το σύνολο τών στρατιωτικών ενδυμάτων που παρέχονται στον νεοσύλλεκτο …   Dictionary of Greek

  • παράσημο — Διακριτικό σήμα, που απονέμεται από το κράτος ως ηθική ανταμοιβή για ιδιαίτερες υπηρεσίες προς το έθνος, την κοινωνία, τις επιστήμες, τα γράμματα κλπ. Η προέλευσή του συνδέεται με τα θρησκευτικά τάγματα και τα τάγματα των ιπποτών που… …   Dictionary of Greek

  • ρουχικό — το, Ν [ρούχο] στον πληθ. τα ρουχικά το σύνολο τού ιματισμού, ο ρουχισμός …   Dictionary of Greek

  • Κουκ, νησιά — (Cook Islands). Αρχιπέλαγος (236,7 τ. χλμ., 17.800 κάτ. το 2002) του κεντρικού Ειρηνικού ωκεανού στην Πολυνησία με πλήρη αυτονομία και ελεύθερη σύνδεση με τη Νέα Ζηλανδία. Πρωτεύουσα και κυριότερη πόλη είναι η Αβαρούα, στο νησί Ραροτόνγκα.… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Λαογραφικό Άρτας — Το Λ.Μ.Ά. εγκαινιάστηκε το 1983 και στεγάζεται σε κτίριο που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως φυλάκιο του γεφυριού, ενώ από το 1880 και μετά λειτουργούσε ως μεθοριακός σταθμός, καθώς τα σύνορα Ελλάδας Τουρκίας ήταν στη μέση του γεφυριού. Στην πρώτη… …   Dictionary of Greek

  • Σομαλία — Κράτος της Ανατολικής Αφρικής η Σομαλία (Tζουμχουρίγιατ ας Σομαλίγια) βρέχεται στα Β από τον Kόλπο του Άντεν και στα Α από τον Iνδικό Ωκεανό. Συνορεύει στα ΒΔ με την Aιθιοπία και στα ΝΔ με την Kένια.H χώρα, που καταλαμβάνει το λεγόμενο «Kέρας της …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.